Χρύσα Λυκούδη: «Ανέκαθεν ο άνθρωπος έψαχνε να βρει τι κρύβεται πίσω από ότι είναι ορατό»

Η Αιμιλία, στα πενήντα τέσσερά της χρόνια, είναι μια φημισμένη χειρουργός ογκολόγος. Την ώρα που χειρουργεί τη μάνα της, εμφανίζεται “ολοζώντανη” μπροστά της η γιαγιά Αναστασία για να την εμψυχώσει. Ήταν η πρακτική “γιάτρισσα” και μαμή του βουνίσιου χωριού της, σοφή, ελεύθερο πνεύμα, στύλος και σύμβουλος των συγχωριανών της, προικισμένη με το χάρισμα να “βλέπει” τις αρρώστιες των ανθρώπων και να τις θεραπεύει…

Το μυθιστόρημα της Χρύσας Λυκούδη «Τη μέρα που στέρεψε ο Λάδωνας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός, μας «βουτάει» στα νερά του όμορφου ποταμού αλλά και στο παρελθόν, σε μια ιστορία γεμάτη από αυθεντικό συναίσθημα και μεταφυσικό μυστήριο.

Πως εμπνευστήκατε την ιστορία για το μυθιστόρημα σας;

Η ζωή είναι ένα μεγάλο βιβλίο, αρκεί να της αφιερώνεις χρόνο, να την διαβάζεις με ενδιαφέρον. Μικρή πήγα να μείνω στο ορεινό χωριό Λυκούρια Καλαβρύτων, όπου πηγάζει ο ποταμός Λάδωνας. Αμέσως τον λάτρεψα και το γεγονός ότι εκείνη τη χρονιά στέρεψε για αρκετές μέρες, με ενέπνευσε να ξεκινήσω την ιστορία μου. Όλα στο νέο χωριό μου πρωτόγνωρα, όμορφα, ενδιαφέροντα γεμάτα μυστήριο. Η σκληρή βουνίσια ζωή μέσα από τη φτώχεια, την πείνα, τους λιμούς, τους πολέμους, καθώς και η απλότητα των ανθρώπων, το γλυκό χαμόγελό τους, τα έθιμά τους, οι θρύλοι τους, οι δεισιδαιμονίες τους, η βουκολική ζωή τους με επηρέασαν, κι όταν έγινα μάνα τα αφηγούμουν στα μικρά παιδιά μου, σαν παραμύθια. Πριν λίγα χρόνια η κόρη μου, μεγάλη πλέον, με παρότρυνε να τα καταγράψω σε ένα βιβλίο. Έτσι έγινε η αρχή για το πρώτο μου μυθιστόρημα.

Γράφετε σε ένα σημείο του βιβλίου σας “ότι δεν βλέπουν τα μάτια μας δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει”. Πιστεύετε στο υπερφυσικό; Έχουν όντως οι Σαββατογεννημένες κάποιες ιδιαίτερες… ικανότητες;

Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν φαινόμενα που εξηγούνται με τρόπους που ακόμα δεν έχουν πλήρως αποκαλυφθεί. Ανέκαθεν ο άνθρωπος έψαχνε να βρει τι κρύβεται πίσω από ότι είναι ορατό. Όσο για τους Σαββατογεννημένους ανθρώπους η λαϊκή παράδοση λέει ότι είναι χαρισματικοί, τυχεροί στη ζωή τους, αλλά και αλαφροΐσκιωτοι – βλέπουν φαντάσματα, ξωτικά, τα οποία δεν τους πειράζουν -, “πιάνουν” οι ευχές τους ή οι κατάρες τους, ματιάζουν κι ακόμη έχουν ανεπτυγμένο ένστικτο, διορατικότητα, τηλεπάθεια και «ότι πουν θα γίνει». Έχω γνωρίσει Σαββατογεννημένους που διαθέτουν τουλάχιστον ένα από αυτά που τους προσάπτουν. Δεν ξέρω αν είναι σύμπτωση.

Στο μυθιστόρημα σας μπερδεύονται πολλά πρόσωπα μεταξύ του. Όλους αυτούς τους χαρακτήρες τους είχατε εξ αρχής στο μυαλό σας ή προέκυψαν στην πορεία και με την εξέλιξη της ιστορίας σας;

Για την μικρή μου ηρωίδα πήρα κάποια στοιχεία από την παιδική μου ηλικία. Η Αιμιλία όμως ήταν ένα ¨παιδί θαύμα¨ που παρά τις μεγάλες αντιξοότητες της ζωής της έγινε μια φημισμένη γιατρός. Όσο για τους άλλους χαρακτήρες οι περισσότεροι είναι πραγματικοί και τους γνώρισα στο οικείο περιβάλλον μου ή από τις αφηγήσεις των γιαγιάδων μου. Η γιαγιά Αναστασία και η Αρχοντούλα η Γενοβέφα γεννήθηκαν και πλάστηκαν από τη φαντασία μου γιατί από μόνες τους μου κτύπησαν την πόρτα μου για να υμνήσω τη γυναίκα ως μάνα, ως μαχήτρια και να αποδώσω κάποια μηνύματα προσφοράς, αγάπης και ανιδιοτέλειας.

Πως θα χαρακτηρίζατε με μια λέξη την κεντρική ηρωίδας σας, την Αιμιλία;

Μαχήτρια! Το όνομα Αιμιλία το είχα ψάξει και είχα βρει ότι σημαίνει ¨ανταγωνίστρια¨, δεν το διάλεξα τυχαία.

Τι σας αρέσει να διαβάζετε;

Μικρότερη διάβαζα κλασική λογοτεχνία. Ο τρόπος γραφής τους και οι ιστορίες κάποιων συγγραφέων, όπως ο Ντοστογιέφσκι, με συγκλόνισαν. Τώρα θα έλεγα, ότι προτιμώ εκείνα που πλαισιώνονται από ιστορικά γεγονότα, από μυστήριο και από μαγικό ρεαλισμό και τα βρίσκω και σε πολύ καλούς Έλληνες συγγραφείς. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές είναι ο κατ’ εξοχήν αγαπημένος μου συγγραφέας και θεωρώ ότι η γραφή του αντιπροσωπεύει τον μαγικό ρεαλισμό.

Μοιραστείτε το με τους φίλους σας